Λεμφαδενοπάθεια (Διόγκωση λεμφαδένων)
Οι λεμφαδένες είναι μικρά «φίλτρα» του ανοσοποιητικού συστήματος που βοηθούν το σώμα να καταπολεμά μικρόβια, ιούς και άλλες απειλές. Έχουν μέγεθος από λίγα χιλιοστά μέχρι ένα εκατοστό, για αυτό συνήθως δεν ψηλαφώνται.
Πότε αναγνωρίζεται η διόγκωση;
Η διόγκωση λεμφαδένων, ή λεμφαδενοπάθεια, αναφέρεται στην αύξηση του μεγέθους ενός ή περισσοτέρων λεμφαδένων πάνω από 1 εκατοστό.
Που οφείλεται;
Η διόγκωση των λεμφαδένων συχνά οφείλεται σε βακτηριακές ή ιογενείς λοιμώξεις, σε κακοήθειες και άλλα συστηματικά νοσήματα του οργανισμού.
Ποιες ομάδες λεμφαδένων υπάρχουν στον τράχηλο;
Οι κύριες ομάδες λεμφαδένων του τραχήλου είναι οι :υπογενείδιοι λεμφαδένες (submental), υπογνάθιοι λεμφαδένες (submandibular), πρόσθιοι τραχηλικοί λεμφαδένες, πλάγιοι τραχηλικοί λεμφαδένες (deep cervical), οπίσθιοι τραχηλικοί λεμφαδένες, προωτιαίοι και οπισθοωτιαίοι λεμφαδένες, υπερκλείδιοι λεμφαδένες και ανώτερου μεσοθωράκιου.
Κλινική ταξινόμηση (Levels I–VII)
Στην κλινική πράξη χρησιμοποιείται συχνά η ταξινόμηση των λεμφαδένων του τραχήλου σε επίπεδα (levels):
Level I: υπογενείδιοι και υπογνάθιοι
Level II: άνω σφαγιτιδικοί λεμφαδένες
Level III: μέσοι σφαγιτιδικοί λεμφαδένες
Level IV: κάτω σφαγιτιδικοί λεμφαδένες
Level V: λεμφαδένες οπίσθιου τριγώνου τραχήλου
Level VI: λεμφαδένες πρόσθιου διαμερίσματος τραχήλου
Level VII : λεμφαδένες ανώτερου μεσοθωρακίου
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός καλοήθους διογκωμένου λεμφαδένα;
Συμβαίνει όταν υπάρχει λοίμωξη ή φλεγμονή. ( σε κάθε ηλικία, συνήθως σε παιδιά). Οι ‘αθώοι’ λεμφαδένες έχουν μέγεθος 1-1,5 εκ. είναι μαλακοί, κινητοί και μπορεί να είναι επώδυνοι. Συνήθως υποχωρούν μόνοι τους ή με την θεραπεία της λοίμωξης.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός ύποπτου για κακοήθεια διογκωμένου λεμφαδένα;
Συμβαίνει όταν υπάρχει καρκίνος ή λέμφωμα. ( συνήθως σε ενήλικες)
Οι ύποπτοι λεμφαδένες έχουν μέγεθος πάνω από 2εκ. , είναι σκληροί, ακίνητοι, χωρίς πόνο. Μπορεί να μεγαλώνουν σιγά-σιγά και να συνοδεύονται από αδυναμία, πυρετό ή απώλεια βάρους.
Πως τίθεται η διάγνωση;
Ορατοί και ψηλαφητοί τραχηλικοί λεμφαδένες απαιτούν πάντα σχολαστική διερεύνηση και ιδίως στον ενήλικα πρέπει να αποκλειστεί κακοήθεια.
Η διάγνωση της λεμφαδενοπάθειας βασίζεται στη λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού, στην κλινική εκτίμηση , στον εργαστηριακό έλεγχο και στον απεικονιστικό έλεγχο. (Φωτο)
Κλινική εκτίμηση
Μέγεθος: <2 cm συνήθως καλοήθης, >2–3 cm υποψία κακοήθειας.
Υφή: Μαλακός → καλοήθης, Σκληρός/συμπαγής → κακοήθης.
Κινητικότητα: Κινητός → καλοήθης, Καθηλωμένος → κακοήθης.
Πόνος: Συνήθως επώδυνοι οι καλοήθεις (λόγω φλεγμονής), ανώδυνοι οι κακοήθεις.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Γενική αίματος (π.χ. λευκοκυττάρωση σε λοίμωξη).
Βιοχημεία: CRP, ESR (δείκτες φλεγμονής).
Ειδικές εξετάσεις για λοιμώξεις: (HIV, EBV, CMV, βακτηριακές καλλιέργειες).
Απεικονιστικές μέθοδοι
Υπέρηχος λεμφαδένων: εκτίμηση μεγέθους, σχήματος, αγγείωσης.
Αξονική/Μαγνητική τομογραφία: για εν τω βάθει λεμφαδένες ή υποψία κακοήθειας.
PET-CT: σε υποψία λεμφώματος ή μεταστάσεων
Η πιο σημαντική εξέταση όταν η αιτία δεν είναι σαφής ή υπάρχει υποψία κακοήθειας είναι η Βιοψία του διογκωμένου λεμφαδένα. Γίνεται ή με Διαδερμική βιοψία με βελόνα (FNAB), ή με εκτομή ολόκληρου του λεμφαδένα (excisional biopsy).
Σημαντικό: οι περισσότεροι διογκωμένοι λεμφαδένες δεν είναι καρκίνος, αλλά οφείλονται σε λοιμώξεις.
Ποιοι θεωρούνται οι πιο ύποπτοι για κακοήθεια λεμφαδένες όταν διογκώνονται;
Οι υπερκλείδιοι λεμφαδένες που βρίσκονται πάνω από την κλείδα (στη βάση του λαιμού) θεωρούνται οι πιο ύποπτοι όταν διογκώνονται. Μπορεί να σχετίζονται με κακοήθειες του θώρακα , του πνεύμονα και του γαστρεντερικού συστήματος.
Ο αριστερός υπερκλείδιος λεμφαδένας ονομάζεται Virchow's node και μπορεί να σχετίζεται με καρκίνο της κοιλιακής χώρας.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία που προκαλεί τη λεμφαδενοπάθεια:
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ειδικά όταν υπάρχει ιογενής λοίμωξη, δεν χρειάζεται ειδική θεραπεία. Συνιστάται ξεκούραση, καλή ενυδάτωση , ήπια αναλγητικά και παρακολούθηση .Συνήθως η διόγκωση των λεμφαδένων υποχωρεί σε 2–4 εβδομάδες.
Εάν η αιτία είναι βακτηριακή λοίμωξη ή κάποια φλεγμονή χορηγούνται αντιβιοτικά (ανάλογα με την λοίμωξη) και αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ. παρακεταμόλη, ιβουπροφαίνη).
Εάν η διόγκωση σχετίζεται με άλλη πάθηση τότε γίνεται αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου.
Σε συστηματικό νόσημα ή αυτοάνοσο χρειάζεται ειδική θεραπεία.
Σε κακοήθεια η αντιμετώπιση εξαρτάται το είδος του καρκίνου, το στάδιο της νόσου και την κατάσταση του ασθενούς.
Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν:
- Ακτινοθεραπεία
- Χημειοθεραπεία
- Χειρουργική αφαίρεση ( ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός)
- Στοχευμένες θεραπείες ή ανοσοθεραπεία
Παρακολούθηση με απεικονιστικά και εργαστηριακά τεστ για ανταπόκριση στη θεραπεία και αξιολόγηση οποιασδήποτε αύξησης μεγέθους ή εμφάνισης νέων συμπτωμάτων.
Συχνές Ερωτήσεις
Οι φυσιολογικοί τραχηλικοί λεμφαδένες έχουν μέγεθος από λίγα χιλιοστά μέχρι ένα εκατοστό, για αυτό συνήθως δεν ψηλαφώνται. Όταν το μέγεθος ενός λεμφαδένα αυξηθεί πάνω από 1 εκατοστό θεωρείται ότι περνά το φυσιολογικό όριο και πρέπει να εξεταστεί.
Η διερεύνηση μιας λεμφαδενοπάθειας βασίζεται στην κλινική εκτίμηση , στον εργαστηριακό έλεγχο και στον απεικονιστικό έλεγχο. Συνήθως ο έλεγχος αυτός οδηγεί στην αιτία της διόγκωσης. Όταν όμως υπάρχει υποψία σοβαρής νόσου ή η αιτία της διόγκωσης δεν είναι σαφής τότε η πιο αξιόπιστη εξέταση είναι η Βιοψία του λεμφαδένα. Γίνεται όταν η διόγκωση επιμένει πάνω από 4–6 εβδομάδες , ο λεμφαδένας είναι σκληρός ή μεγάλος και υπάρχουν ύποπτα συμπτώματα.
Οι περισσότεροι λεμφαδένες στον λαιμό που διογκώνονται είναι αντιδραστικοί (λόγω λοίμωξης) και υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία που προκαλεί τη λεμφαδενοπάθεια.
Στις καλοήθεις αντιδραστικές λεμφαδενοπάθειες η αντιμετώπιση είναι συντηρητική με παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή ανάλογα με την αιτία της λοίμωξης. Σε αυτοάνοσα ή συστηματικά νοσήματα χρειάζεται ειδική θεραπεία.
Σε κακοήθεια ανάλογα με τον τύπο του καρκίνου, το στάδιο και τη γενική κατάσταση του ασθενούς η αντιμετώπιση περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση (ριζικός ή άλλος τύπος λεμφαδενικού καθαρισμού), ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, και στοχευμένες θεραπείες ή ανοσοθεραπεία
