Χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες
H χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (XΡμΡΠ) είναι μια συχνή χρόνια νόσος του ανώτερου αναπνευστικού, η αιτιοπαθογένεια της οποίας δεν είναι απόλυτα γνωστή. Ο λόγος που οι πολύποδες αναπτύσσονται σε ορισμένα μόνο άτομα που πάσχουν από χρόνια ρινοκολπίτιδα δεν είναι εξακριβωμένος. Διάφορες θεωρίες έχουν διατυπωθεί σχετικά με την υποκείμενη παθογένεση όπως της αλλεργίας, βακτηριακής ή μυκητιασικής λοίμωξης, της γενετικής προδιάθεσης και δομικών ανωμαλιών, αλλά προς το παρόν η πλειοψηφία των περιπτώσεων εξακολουθεί να θεωρείται ιδιοπαθής. Οι ρινικοί πολύποδες εμφανίζονται στο 4-5% του γενικού πληθυσμού και μόνο στο 1-2% των πασχόντων από αλλεργική ρινίτιδα. Η επίπτωση αυξάνεται στα άτομα με κυστική ίνωση και στους πάσχοντες από τη τριάδα του Samter (14-22%) ( ρινικοί πολύποδες- βρογχικό άσθμα- δυσανεξία στην ασπιρίνη).
Αν και δεν είναι μία νόσος απειλητική για τη ζωή του ασθενούς, τα συμπτώματα που προκαλεί – ρινική απόφραξη , καταρροή, καφαλαλγία ή πίεση στο πρόσωπο, συχνές ρινοκολπίτιδες, μείωση ή απώλεια όσφρησης , ροχαλητό – επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα της καθημερινής ζωής του. Επιπλέον, έχει υπολογιστεί ότι το κόστος για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ασθενών που πάσχουν από χρόνια ρινοκολπίτιδα, καθώς και αυτό της απουσίας από την εργασία τους στις ΗΠΑ ξεπερνά τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Eκτός του οικονομικού παράγοντα ,επίσης, δεν πρέπει να υποβαθμίζεται και η επίδραση της νόσου στη ψυχολογία, στην απόδοση και στις σχέσεις του πάσχοντα με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του.
Η διάγνωση της ΧΠΡΠ γίνεται κλινικά, είτε με την κλασσική πρόσθια ρινοσκόπηση είτε με ενδοσκόπηση, καθώς και με παρακλινικές εξετάσεις.
Η ενδοσκόπηση της ρινικής κοιλότητας με άκαπτο ή εύκαπτο ρινοσκόπιο είναι πρωταρχικής σημασίας τόσο για τη διάγνωση των πολυπόδων όσο και για τη παρακολούθηση της μετα-θεραπευτικής τους πορείας. Οι πολύποδες φαίνονται σαν μαλακά, ωχρά «σακουλάκια» που κρέμονται μέσα στη ρινική κοιλότητα.(Φωτο-1)
Η Αξονική Τομογραφία (Φωτο-2)είναι η πιο σημαντική εξέταση από τον παρακλινικό έλεγχο που καταδεικνύει με λεπτομέρεια την εντόπιση και έκταση της νόσου ( ποιοι κόλποι επηρεάζονται), ελέγχει την ανατομία των παραρρινίων κόλπων (ανατομικές παραλλαγές των ηθμοειδών κυψελών, βάση κρανίου, σχέση με οφθαλμικό κόγχο)και καθορίζει την ενδοσκοπική χειρουργική αντιμετώπιση όταν χρειάζεται.
Η αντιμετώπιση των ρινικών πολυπόδων υπήρξε το θέμα συχνών αμφιλεγόμενων συζητήσεων για πολλές δεκαετίες. Οι περισσότεροι συμφωνούν στο γεγονός ότι η θεραπεία τους πρέπει να βασίζεται κατά κύριο λόγο στη φαρμακευτική αγωγή που πρέπει να συμπληρώνεται από χειρουργική επέμβαση μόνο σε περίπτωση αποτυχίας αυτής. Η χειρουργική προσέγγιση και η έκταση της επέμβασης στους παραρρίνιους κόλπους αποτέλεσε ένα άλλο θέμα συζήτησης μεταξύ των χειρουργών. Η ενδοσκοπική χειρουργική ( FESS) άλλαξε το τοπίο στη χειρουργική της ρινός και των παραρρινίων και είναι πλέον η μέθοδος επιλογής στην αντιμετώπιση της χρόνιας παραρρινοκολπίτιδας με ή χωρίς ρινικούς πολύποδες όταν η χειρουργική προσέγγιση θεωρείται αναγκαία. Όμως, παρά τη φαρμακευτική αγωγή ή ακόμα και τη χειρουργική αντιμετώπιση, πολλοί ασθενείς συνεχίζουν να πάσχουν από επιμονή ή και υποτροπή των συμπτωμάτων τους αφού όπως είναι γνωστό οι ρινικοί πολύποδες συχνά επανεμφανίζονται μετά από μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τα τελευταία χρόνια η χορήγηση βιολογικών παραγόντων σε περιπτώσεις σοβαρής, μη ελεγχόμενης χρόνιας ρινοκολπίτιδας με ρινικούς πολύποδες φαίνεται να αποτελεί μία ακόμα θεραπευτική δυνατότητα.
Συχνές Ερωτήσεις
H αιτιοπαθογένεια της νόσου δεν είναι απόλυτα γνωστή. Είναι αποτέλεσμα μιας χρόνιας φλεγμονώδους επεξεργασίας που συμβαίνει μέσα στον οργανισμό σαν αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε κάποιο ερεθισματογόνο παράγοντα.
Συνήθως οι πάσχοντες παρουσιάζουν ρινική απόφραξη, έντονο μπούκωμα της μύτης, μειωμένη όσφρηση ή και ανοσμία, ροχαλητό και πόνο στο πρόσωπο.
Ναι. Όταν οι πολύποδες εμφανίζονται μόνο στη μία ρινική θαλάμη, τότε χρειάζεται βιοψία για αποκλεισμό κακοήθειας.
Η αρχική αντιμετώπιση των ρινικών πολυπόδων είναι η αγωγή με ενδορινικά τοπικά κορτικοστεροειδή ( sprays) και συχνές ρινοπλύσεις που βελτιώνουν τα συμπτώματα, χωρίς να εξαφανίζουν τους πολύποδες. Τα στεροειδή από το στόμα ανακουφίζουν περισσότερο αλλά τα συμπτώματα επανέρχονται μόλις σταματήσει η αγωγή, και βέβαια δεν επιτρέπεται η μακροχρόνια χορήγηση αυτών λόγω των ανεπιθύμητων παρενεργειών που προκαλούν. Η αντιβίωση δε θεραπεύει τους ρινικούς πολύποδες και δίνεται μόνο όταν συνυπάρχει λοίμωξη στις ρινικές κοιλότητες.
Όταν παρόλο τη φαρμακευτική αγωγή, τα συμπτώματα επιμένουν , η χειρουργική θεραπεία αποτελεί την ενδεδειγμένη λύση για την αφαίρεση των πολυπόδων χωρίς όμως να αποτελεί τη ριζική λύση της νόσου αφού δεν αντιμετωπίζει την αιτία που προκαλεί την εμφάνισή τους.Μετεγχειρητικά η νόσος γίνεται πιο διαχειρίσιμη και η φαρμακευτική αγωγή περισσότερο αποτελεσματική.
Πρέπει να γίνει κατανοητό στον ασθενή ότι η χειρουργική επέμβαση γίνεται γιατί το πρόβλημά του δε μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με φάρμακα αλλά ούτε και θα υπάρξει οριστική θεραπεία. Χρειάζεται τακτική παρακολούθηση από τον ιατρό του, και μακροχρόνια συμμόρφωση με την φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί (τα ρινικά sprays δρούν πιο αποτελεσματικά στις καθαρές από πολύποδες και ανοιχτές ρινικές κοιλότητες ) για να έχει βελτίωση των συμπτωμάτων και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Η επαρκής χειρουργική αφαίρεση των πολυπόδων από ένα έμπειρο χειρουργό και η σωστή μετεγχειρητική αγωγή προσφέρει μία μεγάλη περίοδο χωρίς συμπτώματα. Η επανεμφάνιση των ρινικών πολυπόδων συμβαίνει συνήθως μετά τα πρώτα 3-5 έτη από το χειρουργείο στο 70-80% των ασθενών, ενώ υπάρχουν και ομάδες ασθενών που υποτροπιάζουν πολύ νωρίτερα( ασθενείς που πάσχουν από άσθμα και αλλεργία στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα)
Τα τελευταία χρόνια οι βιολογικοί παράγοντες (μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν στην αναστολή του τύπου 2 φλεγμονώδους πάθησης που ενοχοποιείται στη δημιουργία των ρινικών πολυπόδων) φαίνεται να προσφέρουν μια νέα επιλογή σε αυτούς τους ασθενείς που υποτροπιάζουν συχνά. Χορηγούνται υπό μορφή υποδόριας ένεσης 1 φορά ή 2 φορές το μήνα για τουλάχιστον ένα χρόνο και ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς συνεχίζονται ή διακόπτονται.

